"Έφυγε" ο Πότης Μπενή-Ψάλτης (71)

benipsaltis potis2Έφυγε ο Πότης Μπενή-Ψάλτης, απόφοιτος του 1971 την Τρίτη 24 Οκτωβρίου 2017. Η κηδεία του έγινε την επομένη στο Δημοτικό Κοιμητήριο του Ηρακλείου Αττικής και ήρθαν συμμαθητές και συμμαθήτριές του, οι συμπαίκτες του στην ομάδα μπάσκετ, που έπαιζε τα τελευταία χρόνια στο σχολείο, μαζί τους και ο Χρήστος Κωνσταντινίδης, νυν και παλαιότερα μέλη των ΔΣ του Συλλόγου Αποφοίτων, με τους οποίους ο Πότης είχε αγωνιστεί για τον σχολείο και τον σύλλογο και πολλοί συγγενείς και φίλοι.

Από την Μέλπω Τρούμπη, που βρέθηκε δίπλα του στα ΔΣ του Συλλόγου ζητήσαμε να μας γράψει δύο λόγια για τον Πότη:

Να γράψεις «δυο λόγια» για τον φίλο μας τον Πότη θα έπρεπε να είναι κάτι απλό. Τι πιο εύκολο από το να περιγράψεις έναν γνήσιο, καλόκαρδο, δίκαιο ακόμη και στο θυμό του άνθρωπο, γεμάτο αγάπη. Πώς να το κάνεις όμως χωρίς να παραβιάσεις την ουσία του; Πώς να παινέψεις έναν άνθρωπο για τον οποίο τα πάντα είναι πράξη και όχι λόγια; Πώς να μιλήσεις για έναν άνθρωπο που επιλέγει τη σιωπή για να μη στενοχωρήσει τους ανθρώπους που αγαπά;
Καλύτερες από τα λόγια ίσως οι εικόνες.
Ο Πότης Μπενή-Ψάλτης στις συνεδριάσεις του Δ. Σ. να διατηρεί ισορροπίες με το χιούμορ του.
Ο Πότης στο τραπεζάκι του συλλόγου σχεδόν σε κάθε εκδήλωση έτοιμος να βοηθήσει όπως μπορεί.
Στο μπαλκόνι του σπιτιού μου να μου «τα χώνει» με αγάπη γιατί δεν προσέχω τον εαυτό μου.
Ο Πότης συντετριμμένος από τον πρόωρο χαμό της Σοφίας, να μαζεύει τις δυνάμεις του για να μη λείψει η θαλπωρή από τον Δημήτρη.
Η φροντίδα για τον πατέρα του.
Η ευτυχία στο πρόσωπό του όταν βρίσκει πάλι τη συντροφικότητα στο πρόσωπο της Λίλλης και αγκαλιάζει τις κόρες της.
Η λατρεία με την οποία μιλάει για τις εγγονές του και το καμάρι του για τον μπαμπά τους.
Η περηφάνια και η συγκίνηση στο πρόσωπό του όταν σκύβει συνομωτικά και μου λέει σιγά στο τραπέζι μετά τον γάμο του Δημήτρη και τα βαφτίσια των κοριτσιών, πως αυτό είναι το τραγούδι που διάλεξε για να χορέψει την αγαπημένη του νύφη και σηκώνεται κομψός και ευκίνητος όπως πάντα να την οδηγήσει τρυφερά στην πίστα.
Κλείνω τα μάτια και τον βλέπω να χορεύει.
Ο Πότης ΕΙΝΑΙ μια ακέραιη ψυχή γεμάτη αγάπη που όπου και να βρίσκεται παραμένει πάντα και στον φυσικό του χώρο. Τις καρδιές όλων εμάς που μας έκανε να τον αγαπήσουμε.

Μέλπω Τρούμπη

Έφυγε ο Δημήτρης Κουμάνταρος

«Ονειρεύομαι ένα ξεσηκωμό.
Ενάντια στην αδιαφάνεια, στη διαφθορά, στην κομματοκρατία, στην αναξιοκρατία.
Ενάντια στη διχαστική λογική, στο φανατισμό, στην προχειρότητα και στην τσαπατσουλιά.
Ενάντια στη μετάθεση ευθυνών, την ατομοκρατία, την έλλειψη συνεργατικού - ομαδικού πνεύματος.

Μας έφησε ο Δημήτρης Κουμάνταρος, χθές το βράδυ της Κυριακής 19 Μαρτίου σε ηλικία 63 ετών. Ήταν στο νοσοκομείο, όπου νοσηλευόταν το τελευταίο διάστημα. Η κηδεία θα γίνει την Τετάρτη 22 Μαρτίου στο πρώτο νεκροταφείο Αθηνών στις 15.00.

Ο Δημήτρης ήταν στην Σχολή μέχρι το 1970. Την χρονιά 1970-71 άλλαξε σχολείο. Εκτός των όσων μπορεί να διαβάσει κανείς στα διάφορα δημοσιεύματα, εμείς θα δώσουμε ένα στιγμιότυπο, γραμμένο από τον ίδιο τον Δημήτρη, που δεν θα βρείτε πουθενά:

15 Μαΐου 1968
Φιλικός αγώνας Παναθηναϊκού Τότεναμ σε μια κατάμεστη Λ. Αλεξάνδρας. Τελικό σκορ 2-2. Πριν την έναρξη του αγώνα έχουμε μια μοναδική στα ελληνικά ποδοσφαιρικά χρονικά πρωτυπία. Διεξάγεται αγώνας ανάμεσα στα τσικό του Παναθηναϊκού και την ομάδα των τριών πρώτων τάξεων του Γυμνασίου της Γερμανικής Σχολής Αθηνών. Το ματς έληξε 3-1 υπέρ των τσικό του Παναθηναϊκού.
- Προπονητής της ομάδας πρέπει αν θυμάμαι σωστά να ήταν ο Hilbrecht.
- Το γκολ της Γερμανικής σημείωσε ο Παπαγιαννούλης μετά από ασίστ του Δημήτρη Κουμάνταρου, που λίγο αργότερα βρέθηκε ως φοιτητής πολιτικός κρατούμενος της χούντας.

Δείτε το δημοσίευμα του in.gr

Δέιτε τοδημοσίευμα της Εφημερίδας των Συντακτών...


Ο ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ
από τον από τον Ανδρέα Αποστολίδη:

Δεν μπορούσα να φανταστώ ποτέ ότι θα μιλούσα για τον Κουμάνταρο στην κηδεία του. Toν γνώρισα στα δεκαεπτά μου και μετά από τρία χρόνια βρεθήκαμε φυλακή. Μετά τριάντα παντρευτήκαμε τις θρυλικές αδελφές Ρέντη.
Στέλεχος του φοιτητικού κινήματος στη δικτατορία και σύμβολό του. Όταν τα γεγονότα του 1973 έγιναν «εθνική εορτή» θεωρήσαμε τη συμμετοχή μας σε αυτά περισσότερο ιδιωτική μας υπόθεση παρά δημόσια. Είχαμε συλληφθεί επί Ιωαννίδη και κατηγορηθεί για «ηθική αυτουργία για την κατάληψη του Πολυτεχνείου». Τη μέρα που θα περνούσαμε από το στρατοδικείο έπεσε η χούντα και η δική δεν έγινε ποτέ. Ήταν ευτύχημα, λέγαμε, γιατί δεν χρεωθήκαμε μέρος της επερχόμενης «επετείου». Για τον ίδιο είχε μεγάλη βαρύτητα η μετατροπή της αντιστασιακής του δράσης σε ιδιωτική ιστορία. Ο Κουμάνταρος άρχισε να ψαλλιδίζει τον εαυτό του.
Για το σήμερα έχει ιδιαίτερη σημασία τι έκανε μετά το 1980. Με το νέο τότε σύστημα εξουσίας, αν ήθελε, όλες οι πόρτες ήταν ανοιχτές –πολιτικές, κομματικές και κρατικές. Επέλεξε με απόλυτο πείσμα να μείνει κυριολεκτικά στη ψάθα. Να έχει μια μικρή αυλίτσα ελευθερίας και από εκεί να εκπέμπει το προσωπικό του στίγμα.
Δεν ήταν παροπλισμένος, τον έβρισκε όποιος ήθελε και όποτε ήθελε. Και υπήρχε η μεγάλη παρηγοριά και ασφάλεια ότι εκείνος ήταν εκεί. Και παράλληλα υπήρχε η πίεση από πολλούς για μια άμεση επιστροφή του στο πολιτικό προσκήνιο. Ο Κουμάνταρος, όμως, δεν ήταν επαγγελματίας πολιτικός και δεν επρόκειτο ποτέ να γίνει ούτε τα επόμενα πεντακόσια χρόνια. Είχε παντρέψει την Ουτοπία με την Πολιτική.
Ήταν από την άλλη πολιτικό πρόσωπο, ασκούσε με τον τρόπο του πολιτική ή θα ήθελε να ασκήσει. Και άρχισε να μετατοπίζει το ενδιαφέρον του από τον «πολιτικοποιημένο» του κομματικού συστήματος στον «ενεργό πολίτη».
Μια πρακτική των απόψεών του προσπάθησε να βάλει σε εφαρμογή μέσα από την αρθρογραφία του στην Ελευθεροτυπία τη δεκαετία του 1990. Μιλάνε, συμβουλεύουν, κρίνουν οι άνθρωποι που γνωρίζουν, οι άξιοι, οι αξιόλογοι σε θέματα οικονομικά, εργασιακά, ασφαλιστικά, κοινωνικά, επιστημονικά, διατροφικά. Θέλησε να γίνει αυτό το στυλ μια γενικότερη προσέγγιση της εφημερίδας και κυρίως να περάσει σαν άλλη γραμμή απέναντι στο δημόσιο βίο. Έφαγε πόρτα. Δεν έγινε ούτε κρατικός «παράγοντας» ούτε «επαγγελματίας» δημοσιογράφος.
«Παραιτήθηκα από τη δημοσιογραφία το 1996», έγραφε στο βιογραφικό του, «θεωρώντας το τρόπο άσκησής της, λόγω του μονοπωλίου των εκδοτών-καναλαρχών, ως μια από τις σημαντικότερες, αν όχι τη σημαντικότερη αιτία για το σύγχρονο βάλτωμα της ελληνικής κοινωνίας».
Η ειρωνεία είναι ότι οι λόγοι που τον οδήγησαν σε παραίτηση εκείνη την εποχή, αποτελούν πταίσμα μπροστά στην επιχειρούμενη είσοδο του υπόκοσμου και του οργανωμένου εγκλήματος στα ΜΜΕ σήμερα.
Του στοίχησε πάντως πολύ η αποτυχία του εγχειρήματος, η υποτίμησή του και η αδιαφορία που συνάντησε και ακολούθησε «η ιαπωνική του περίοδος μετά την ήττα» , όπως τον πείραζα και του κόλλησα το παρατσούκλι « Χιροχίτο». Σαν ήρωας ταινίας του Κουροσάβα με πλατύγυρο καπέλο υπό τον ήλιο και δερμάτινα γάντια κλάδευε μια τριανταφυλλιά επί ώρες με πενιχρά αποτελέσματα. Ή άλλη φορά από το πολύ φινίρισμα την εξαφάνιζε.
Θέλησε τότε να γράψει μια δωδεκάτομη εγκυκλοπαίδεια Κουμάνταρου «Πολιτικής πρακτικής». Το προσπάθησε μανιωδώς ένα διάστημα. Το εγχείρημα εξαερώθηκε ύστερα από ατέλειωτες συζητήσεις σε ντουμανιασμένα δωμάτια μ' εμένα βασικό ακροατή του. Απέτυχε παταγωδώς. Με ευτυχή κατά παράδοξο τρόπο απόληξη: τα εύστοχα λακωνικά του αποφθέγματα των τελευταίων ετών και τις επιγραμματικές δηλώσεις του της μιας ή της μιάμιση το πολύ αράδας.
Όση σχέση είχε ο Κωστής Παπαγιώργης με τη φιλοσοφία, είχε ο Δημήτρης Κουμάνταρος με την πολιτική. Δηλαδή ασφαλώς και είχε –αλλά πλάγια, λοξή.
Μετά τις πυρκαγιές του στρατηγού άνεμου θέλησε να συμμετάσχει ξανά πιο ενεργά στα κοινά. Προσπάθησε να τρυπώσει κάπου για να έρθει σε επαφή με ανθρώπους που τον ενδιέφεραν και θεωρούσε αξιόλογους. Το πού τρυπώνει δεν έχει καμία σημασία. Την ίδια πλατφόρμα θα προωθούσε οπουδήποτε: την αντικατάσταση του πολιτικού κομματικού συστήματος από το σύστημα των ενεργών πολιτών, όπως το ονειρευόταν.
Και να, μερικές βδομάδες πριν, γνωρίζοντας ότι πάσχει από επιθετικό καρκίνο, ανακοίνωσε τη δημιουργία από τον ίδιο μιας κίνησης για ένα κίνημα ενεργών πολιτών καλώντας σε εξέγερση κατά του κομματικού συστήματος.
«Ονειρεύομαι ένα ξεσηκωμό», έγραφε, επιστρέφοντας στο πνεύμα του 1973. «Ενάντια στην αδιαφάνεια, τη διαφθορά, την κομματοκρατία, την αναξιοκρατία. Ενάντια στη διχαστική λογική, το φανατισμό, την προχειρότητα και την τσαπατσουλιά. Ενάντια στη μετάθεση ευθυνών, την ατομοκρατία, την έλλειψη συνεργατικού-ομαδικού πνεύματος».
«Μα», του λέω, «στην κατάσταση που είσαι τι θα κάνεις;» Εννοώντας ότι ένα τέτοιο εγχείρημα απαιτεί πλήρη διαθεσιμότητα κι εκείνος πεθαίνει. Μου απαντάει: «Ακριβώς γι' αυτό δεν θα με κατηγορήσει κανείς για ιδιοτέλεια». Ήταν η πολιτική του διαθήκη.
Ο Ραμπελαί το 1500 πρέπει να είχε γνωρίσει τον Κουμάνταρο της εποχής. Ο Κουμάνταρος είναι ήρωας του Ραμπελαί. Στην ιδιωτική του ζωή και όχι μόνο, ξετύλιγε μια ατέλειωτη γκάμα ιδιοτροπιών και παραξενιών · ανεξάντλητη, πρωτότυπη, δημιουργική και ευφάνταστη. Ήταν και παραμένει ο Γαργαντούας της Δυστροπίας, της επιμονής, του πείσματος και της μονομανίας. Το μεγαλύτερο κατόρθωμά του είναι ότι παρ' όλα αυτά ή χάρη σε αυτά, υπήρξε ο πιο καλός και γλυκός άνθρωπος που γνωρίσαμε στη ζωή μας.


Από τη δεκαετία του '60 μέχρι σήμερα

Με την υποστήριξη:

Γερμανική Σχολή Αθηνών Galanis Sports Data

Eκδηλώσεις του μήνα

Εδώ φιλοξενούμε τις απόψεις σας

ΠΟΡΤΡΑΙΤΑ
Πότης Μπενή-Ψάλτης (71) (1953-2017)

Ο Παναγιώτης Μπενή-Ψάλτης αποφοίτησε από την Σχολή το 1971. Σπούδασε ηλεκτρονικός και στο διάστημα 1978 – 1985 εργάστηκε σε ξένες τράπεζες στον τομέα των ναυτιλιακών δαν [ ... ]